Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011

Σκουπιδαριό

Η κατάσταση στους δρόμους της Θεσσαλονίκης είναι πια ανυπόφορη. Όπου και να πας, στο γραφείο, στο σπίτι, στο μανάβικο, στο σούπερ μάρκετ, παντού, θα πρέπει να έρθεις αντιμέτωπος με ένα σωρό σκουπίδια, που ξεχειλίζουν από τους κάδους απορριμμάτων. Η μπόχα και η δυσωδία σε όλο της το μεγαλείο.

Οι Ελληνάρες συνεχίζουν να πετάνε τα σκουπίδια τους στους κάδους, ή δίπλα από αυτούς, γεμίζοντας τα πεζοδρόμια και τους δρόμους με τα αποφάγια και άχρηστα αντικείμενά τους. Μπορείς να τους κατηγορήσει κανείς όμως μετά τα όσα υφίστανται; Υπάρχουν και κάποιοι ενσυνείδητοι πολίτες, οι οποίοι δεν κατεβάζουν τις σακκούλες με τα σκουπίδια στο δρόμο, μια και γνωρίζουν τα προβλήματα με τις απεργίες, αλλά τα αφήνουν για μέρες στο μπαλκόνι τους. Τα μικρά μπαλκόνια στο κέντρο της πόλης έχουν γίνει χώρος αποκομιδής απορριμμάτων και μαζί με τη φθινοπωρινή βροχούλα, το βρωμερό και απάνθρωπο σκηνικό ολοκληρώνεται.

Η κατάσταση γίνεται χειρότερη, αν αναλογιστεί κανείς ότι στην Ελλάδα του 2011, υπάρχουν άνθρωποι-ρακένδυτοι αλλοδαπής και μη προελέυσεως, οι οποίοι ψάχνουν να βρουν τα προς το ζην ανάμεσα στα σκουπίδια (βλ. και φωτογραφία). Κάθε είδους πεταμένα φαγητά ή ρούχα είναι πολύτιμα για εκείνους που στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν ανοίγουν σακκούλες σκουπιδιών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω "ανάδυση" μπόχας και δυσωδίας. Ούτε αυτούς είναι δυνατόν να τους κατηγορήσω. 
  
Κατηγορώ όμως αυτούς που έχουν καταντήσει τον -ελληνικό- λαό σ' αυτή την κατάσταση: να χάνει μισθούς και συντάξεις, να αδικείται παράφορα, να νιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του, να απεργεί, να κάνει καταλήψεις και να μην ξέρει τι άλλο να κάνει για να αντιδράσει. Αντί παραπάνω πολιτικολογίας, μόνο μια ατάκα: "Τα σκουπίδια σας και δρόμο"!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 03, 2011

Στο μεγαλύτερο πανηγύρι του κόσμου!


Πριν πάμε στο φεστιβάλ της Γκούτσα, για να ζήσουμε από κοντά το λεγόμενο "Woodstock των Βαλκανίων", βλέπαμε βιντεάκια από προηγούμενα χρόνια για να πάρουμε μια ιδέα τού τι θα συναντήσουμε εκεί πέρα. Βέβαια, όπως τόνιζαν διάφοροι τουρίστες, δεν μπορεί κανείς να καταλάβει περί τίνος πρόκειται αν δεν το ζήσει ο ίδιος! Οπότε πήραμε την απόφαση -μαζί με τον Δ.- να επισκέφτουμε την Γκούτσα με οργανωμένη εκδρομή από τη Θεσσαλονίκη, για να ζήσουμε την τρέλα του μεγαλύτερου φεστιβάλ χάλκινων στον κόσμο, το "Κοινοβούλιο της τρομπέτας".

Μιλάμε για πραγματική τρέλα -όχι αστεία-, αν σκεφτεί κανείς ότι σε μια κωμόπολη 2.000 κατοίκων στη βαθιά ενδοχώρα της Σερβίας (στα μέρη που χτυπήθηκαν όσο λίγα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου), για μια εβδομάδα συνωστίζονται πάνω από 100.000 κόσμου! Εμείς φτάσαμε την Παρασκευή και καθίσαμε μέχρι τη λήξη του φεστιβάλ, το απόγευμα της Κυριακής. Δηλαδή ήμασταν στο peak των εκδηλώσεων και του κεφιού! Ειδικά, το βράδυ του Σαββάτου δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο κόσμο είχε, αλλά δεν έχω ξαναδεί σε ένα μέρος τόσο πολύ κόσμο μαζεμένο. Όπου και να πήγαινες μέσα στο χωριό, ακόμα και στο γήπεδο, δεν χωρούσες να περάσεις!

Μέχρι να προσαρμοστούμε στο τι βλέπαμε, τι ακούγαμε και τι ζούσαμε, μας πήρε λίγο χρόνο. Με απλά λόγια, πρόκειται για το μεγαλύτερο πανηγύρι που μπορεί να παραβρεθεί κάποιος. Κανονικό πανηγύρι, χωριάτικο, με όλη τη σημασία της λέξεως. Με γύφτους, λούνα παρκ, γυναίκες να χορεύουν στα τραπέζια, τσίκνα και ποτά! Όπως γίνεται μια μέρα το χρόνο το πανηγύρι του χωριού σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, σκεφτείτε αυτό να γίνεται επί μια εβδομάδα σε καθημερινή βάση και στον πολλαπλάσιο βαθμό, ασταμάτητα! Παντού έψηναν, σούβλιζαν γουρούνια, αρνιά -μέχρι και αγελάδες!-, τα μπιφτέκια και τα σουβλάκια έδιναν κι έπαιρναν!

Σε όλους τους δρόμους του χωριού τριγυρνούσαν μπάντες με χάλκινα που, αν τις ασήμωνες, μπορούσαν να παίζουν για ώρα στο αυτί σου! Όλοι κινούνταν στο ρυθμό της τρομπέτας (υπάρχει μέχρι και το μουσείο της τρομπέτας στο χωριό). Υπήρχαν και πολλές εκδηλώσεις σε διάφορα σημεία του χωριού, που δεν ήταν δυνατό να τις παρακολουθήσεις όλες. Το Σάββατο το βράδυ πετύχαμε μέχρι και καλλιστεία ομορφιάς, με κάποιες εκπληκτικές Σλάβες, οι οποίες φορούσαν νυφικά, τουαλέτες και παραδοσιακές φορεσιές -ή πορνοπαραδοσιακές, όπως τις ονόμασα.
Το αλκοόλ εννοείται πως έρεε άφθονο. Βασικός χορηγός του φεστιβάλ ήταν τοπική μπίρα, η Jelen. Επομένως, παντού την πουλούσαν είτε σε κουτάκια των 500ml είτε σε δίλιτρα(!) μπουκάλια, πολύ φθηνά φυσικά. Θραύση έκανε και η rakija, κάτι σαν τη δικιά μας ρακή. Από το πρωί ξεκινούσε το... πιώμα και τελείωνε αργά το βράδυ. Νομίζω πως μετά από κάποιο σημείο, γύρω στις 12 η ώρα τη νύχτα, δύσκολα έβρισκες ξεσούρωτο άνθρωπο! Η αλήθεια είναι ότι κατά κάποιο τρόπο αναγκάζεσαι να πιεις και για ν' αντέξεις τα ντεσιμπέλ των χάλκινων και για να μη σ' ενοχλεί οτιδήποτε άλλο πχ. η άπειρη βρομιά.

Οι τουρίστες που είχαν βρεθεί στην Γκούτσα ως κατασκηνωτές, έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ στα τριγύρω λιβάδια, ενώ πολλοί ντόπιοι τους άφηναν να κατασκηνώσουν στις αυλές τους! Προφανώς έναντι πινακίου φακής. Γενικά, οι ντόπιοι έδειχναν τρομερή ανοχή σε οτιδήποτε, από τους τόνους σκουπιδιών μέχρι τους φεστιβαλιστές που κατουρούσαν παντού μέσα στο χωριό. Λογική η νοοτροπία τους, καθώς αυτή τη βδομάδα αναμένουν όλο το χρόνο για να βγάλουν τα προς το ζην. Κάποιοι ίσως να μην κάνουν άλλη δουλειά παρά να περιμένουν το φεστιβάλ για να πουλήσουν την πραμάτεια τους.
Εξάλλου, πρώτη φορά σε τέτοιες εκδηλώσεις είδα -αυτό που λέμε στην Ελλάδα και ποτέ δεν γίνεται όμως- τη διακριτική παρουσία της αστυνομίας. Οι ένστολοι έκοβαν βόλτες στο χωριό χωρίς να κάνουν απολύτως τίποτε. Μετά από κάποια ώρα ξεκούμπωναν και τα πουκάμισά τους ελαφρώς, κάπνιζαν κανένα τσιγάρο και έπιναν και μπιρίτσα! Αυτά είναι... Μπροστά τους μπορεί να λιποθυμούσε κόσμος από το πιοτό, αλλά αυτοί τίποτα! Σιγά μη χαλούσαν τη ζαχαρένια τους. Και καλά έκαναν, βέβαια.
Το πάρτι κάθε βράδυ κατέληγε στο γήπεδο του χωριού, όπου ήταν το main stage. Εκεί την Παρασκευή έγινε μεγάλος χαμός, καθώς διαγωνίζονταν οι υποψήφιες καλύτερες μπάντες της Σερβίας. Η συναυλία είχε το χαρακτήρα battle, δηλαδή ανέβαιναν στη σκηνή δύο ορχήστρες και έπαιζε ένα κομμάτι η μια και μετά "απαντούσε" η άλλη. Απίστευτο σκηνικό! Επίσης, πολλές μπάντες έπαιζαν και διασκευές γνωστών κομματιών, όπως το "Je veux", το "Tu vuo fa l' Americano", ακόμα και το "Gimme, gimme a man after midnight" των ΑΒΒΑ!
Η κεντρική συναυλία έλαβε χώρα το σαββατιάτικο βράδυ με την Boban i Marko Markovic orkestar. Πρόκειται για την μπάντα του Μπόμπαν Μάρκοβιτς, ο οποίος θεωρείται ο καλύτερος τρομπετίστας στη Σερβία και λατρεύεται σαν θεός. Παλιότερα είχε κερδίσει συνεχόμενες φορές τον τίτλο στον διαγωνισμό της Γκούτσα και τώρα τον φέρνουν κάθε χρόνο εκτός συναγωνισμού. Όντως ήταν άπαιχτος! Το φεστιβάλ έκλεισε την Κυριακή το απόγευμα με τη συναυλία του Γκόραν Μπρέγκοβιτς, ο οποίος τραγούδησε από τα κλασικά σέρβικα κομμάτια μέχρι και στα ελληνικά (Να 'ταν η χαρά οικόπεδο) και στα ιταλικά (Βella ciao). Κι εκεί έγινε μακελειό!
Κάποιες μικρές αλλά σημαντικές παρατηρήσεις:
1. Είναι γεγονός πως η Σερβία έχει μείνει πολύ πίσω ακόμα σαν χώρα. Ενδεικτικό είναι ότι ακόμα και νεαρά παιδιά δεν γνωρίζουν αγγλικά! Επομένως, ήταν πολύ δύσκολο να συνεννοηθούμε. Αλλά και στο ξενοδοχείο που μέναμε μόνο δύο-τρία άτομα από αυτούς που δούλευαν καταλάβαιναν και ψιλομιλούσαν την αγγλική.
2. Το φεστιβάλ έχει χαρακτήρα εθνικιστικού φολκλόρ. Δεν το γνωρίζαμε, όμως το καταλάβαμε με το που πατήσαμε στο χωριό. Όλοι οι Σέρβοι κυκλοφορούν με σημαίες στα χέρια, άλλοι φορούν πηλίκια στρατιωτικά, ενώ οι μπάντες παίζουν συχνά εθνικά εμβατήρια. Στα πάμπολλα υπαίθρια μαγαζάκια πουλούσαν μπλούζες με τον Μλάντιτς, τον Κάρατζιτς και άλλους εθνικούς τους ήρωες. Εννοείται πως Κοσοβάροι και Αλβανοί δεν υπήρχαν! Δεν με ενόχλησε προσωπικά το θέμα και το δικαιολογώ πλήρως. Αν σκεφτεί κανείς τι έχει τραβήξει αυτός ο λαός τα τελευταία 20 χρόνια (τέσσερις πολέμους!), είναι λογικό να είναι πολύ φρέσκες οι αναμνήσεις και ακόμα νωπό το αίμα των δικών τους ανθρώπων, συγγενών, φίλων. Εμάς πάντως μας συμπαθούσαν μόνο και μόνο σαν Έλληνες και ορθοδόξους.
3. Για την ομορφιά των Σέρβων γυναικών δεν χρειάζεται να πω κάτι το καινούριο. Γενικά, δεν έβλεπες χοντρή γυναίκα. Για κυτταρίτιδα ούτε λόγος. Άρα έκρινες μόνο το πρόσωπο! Οι κακίες λένε ότι είναι όλες λεπτές γιατί ακόμα δεν έχουν και πολλά χρήματα για φαγητό. Ελέγχονται ως ελληνικές γυναικείες κακοκήθειες...
4. Όπως και να το κάνουμε με κάποιους λάους έχουμε πολλά πράγματα που μας ενώνουν. Έτσι και με τους Σέρβους. Αδέλφια μαζί και στα δύσκολα και στα όμορφα!

Κυριακή, Ιουλίου 31, 2011

Το φαινόμενο της πεταλούδας

Η θεωρία του χάους -ή αλλιώς το φαινόμενο της πεταλούδας (βλ. και την υπέροχη ομώνυμη ταινία)- υποστηρίζει πως το φτερούγισμα μιας πεταλούδας σε ένα σημείο του πλανήτη μπορεί να προκαλέσει τυφώνα σε μια άλλη περιοχή του. Με απλοϊκά λόγια, κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ένα τυχαίο φαινομενικά γεγονός στο παρελθόν μπορεί να επηρέασε εξ ολοκλήρου στη συνέχεια τη ζωή μας.

Μετά από κάποιες συζητήσεις που είχα πρόσφατα, άρχισαν να στριφογυρίζουν στο μυαλό μου διάφορες τέτοιες υποθέσεις για το πώς ασήμαντες στιγμές της ζωής μου την επηρέασαν καταλυτικά. Όσο αναμοχλεύεις το παρελθόν σου, τόσο διαπιστώνεις ότι "το βαρέλι δεν έχει πάτο". Εννοώ πως μπορεί κανείς προχωρώντας προς τα... πίσω, να φτάσει μέχρι τη γέννησή του!

Για παράδειγμα, αν δεν γεννιόμουν στη Βέροια, αλλά στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, γιατί όχι σε κάποιο ορεινό χωριό της Ελλάδας; Εντελώς διαφορετικές παραστάσεις, διαφορετικός τρόπος ζωής, άλλες νοοτροπίες και αντιλήψεις. Να μην αναφερθώ στο επίπεδο διαβίωσης ή μόρφωσης.

Μα και όταν πρωτοπήγα στο σχολείο, οι επιλογές άλλων -των γονιών μου στην προκειμένη περίπτωση- με οδήγησαν στο 7ο δημοτικό. Καθότι αν δεν μετακομίζαμε σε άλλη γειτονιά στην ηλικία των 7 ετών, τότε θα πήγαινα σε κάποιο άλλο δημοτικό! Και την πρώτη μέρα στο δημοτικό που πήγα τελικά, μ' έβαλαν στο τμήμα Α1. Την επόμενη όμως με άλλαξαν και με πήγαν στο Α2 (τι θυμήθηκα τώρα!). Αποτέλεσμα; Το προφανές: συμμαθητές μου ήταν οι κατεξοχήν παιδικοί μου φίλοι - τόσο δένεσαι μαζί τους και μαθαίνεις τη ζωή κοντά τους, που σου μένουν για πάντα, έστω κι αν στο μέλλον απομακρύνονται από δίπλα σου. Όπως και οι δάσκαλοί μου, αυτοί που σου μαθαίνουν τις πιο απλές αλλά και πιο σημαντικές συνάμα γνώσεις. Ας μην αναφερθώ στους παιδικούς έρωτες!

Στην έκτη δημοτικού μάς ρώτησαν σε ποιο γυμνάσιο θέλουμε να γραφτούμε. Εγώ ήθελα να πάω στο 3ο, όπου είχε περάσει ο αδερφός μου και είχε αφήσει καλό όνομα! Τελικά, μ' έστειλαν στο 4ο και στη συνέχεια στο 4ο λύκειο, όπου εντάξει τα κατάφερα και χωρίς τις πλάτες του bro! Αν θυμάμαι καλά, μόνο τρία κορίτσια από το δημοτικό πήγαν στο 3ο γυμνάσιο - τι θα γινόταν αν πήγαινα κι εγώ εκεί; Άλλοι κολλητοί φίλοι, άλλοι έρωτες, o tempora, o mores...

Ήρθε η ώρα του πανεπιστημίου. Στο μηχανογραφικό έβαλα ως πρώτη επιλογή τη Νομική Θεσσαλονίκης. Για ποιο λόγο; Έπρεπε να συγκατοικήσω με τον αδερφό μου που δούλευε εκεί. Αλλιώς θα επέλεγα τη Νομική Αθηνών. Τσουπ και θα άλλαζε όλη η ιστορία! Επίσης, για να δούμε και λίγο το θέμα των σχέσεων, τι θα γινόταν αν η τότε κοπέλα μου δεν περνούσε στη Θεσσαλονίκη; Αν γνώριζα νωρίτερα την "άλλη" και όχι στο τέταρτο έτος; Αν η Κ. δεν περνούσε στην Αθήνα και ήταν στη Θεσσαλονίκη και δη στη Νομική; Αν... Αν...

Οι υποθέσεις τελειωμό δεν έχουν. Δεν βγάζεις άκρη. Τελικά είναι όλη μας η ζωή αποτέλεσμα συγκυριών και επιλογών. Δικών μας και αλλωνών. Διότι και μια επιλογή κάποιου άλλου επηρεάζει τη δική μας ζωή σε μεγάλο βαθμό - ίσως και περισσότερο από μια προσωπική μας επιλογή. Έτσι πάει. Ένα κλικ, μια διαφορετική επιλογή, ένα αλλιώτικο timing και όλα άλλαζουν.

Κανείς όμως δεν ξέρει αν θα άλλαζαν προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Φυσικά, για όλα θα θέλαμε να πήγαιναν προς το καλύτερο, όμως κάτι τέτοιο είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα συνέβαινε. Επομένως, ας κρατήσουμε ότι γίνεται στην πραγματικότητα και ας αφήσουμε τις υποθέσεις (τι θα γινόταν, αν...) για ωραία κουβεντούλα και μπιρίτσα το βράδυ στην παραλία!

Τρίτη, Ιουλίου 26, 2011

Νορβηγός "μουτζαχεντίν"



Ο κόσμος μένει άφωνος. Η κοινή γνώμη σαστίζει. Το θέαμα φρικαλέο. 76 νεκροί δεν είναι και λίγοι. Ένας πωρωμένος Νορβηγός κάνει τη δυτική κοινωνία να κοιτάξει λίγο μέσα της. Τόσα χρόνια βλέπαμε σε κάθε άλλη γωνιά του κόσμου να γίνονται τέτοια σκηνικά και μέναμε απλοί παρατηρητές. Τώρα καταδικαστήκαμε να τα ζήσουμε μέσα στο ίδιο μας το (ευρωπαϊκό) σπίτι.

Αλλά γιατί να είναι έτσι; Γιατί να σοκαριζόμαστε μένοντας ενεοί μπροστά σ' αυτό το γεγονός; Παρόμοια συμβάντα τυφλής βίας αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση σε μέρη όπως π.χ. το Ισραήλ. Τουλάχιστον μια φορά το μήνα ακούμε για καμικάζι Παλαιστίνιους που τινάζουν τα μυαλά και τα σώματά τους στον αέρα, παίρνοντας μαζί τους ένα σωρό αθώους πολίτες. Γιατί δεν αηδιάζουμε το ίδιο με αυτά; Μήπως επειδή τα έχουμε συνηθίσει; Ή είναι μετρήσιμες οι ανθρώπινες ζωές;

Μουτζαχεντίν δηλώνουν οι μεν, Ναϊτης Ιππότης ο δε. Είναι δυνατόν στο όνομα της θρησκείας να σφάζονται άνθρωποι ακόμα και στο 2011; Κάτι μου λέει ότι αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Ειδικά σήμερα με τις νέες τεχνολογίες και το Διαδίκτυο, κυκλοφορούν χιλιάδες πράγματα στα οποία μπορεί να βασιστεί ο καθένας, να "τρελαθεί" και να πάρει ένα όπλο για να επιβάλλει τις όποιες απόψεις του.

Η προπαγάνδα που γίνεται κυρίως μέσω του internet είναι τεράστια. Και δυστυχώς υπάρχουν πάρα πολλά... παιδάκια εκεί έξω που δεν έχουν τη νοητική ικανότητα να κρίνουν τα κείμενα που διαβάζουν και τα βίντεο που βλέπουν. Εθνικιστικά καθάρματα και ακροαριστερά καθίκια έχουν βρει πάτημα να προσηλυτίσουν τον κοσμάκη εύκολα και δη ανέξοδα προωθώντας τις ιδέες τους που σε άλλες συνθήκες (σε μια αναπτυγμένη κριτικά κοινωνία) θα βυθίζονταν στον Καιάδα μια για πάντα.

Δεν είμαι σίγουρος ότι ο Νορβηγός δολοφόνος είναι τρελός. Αυτή θα ήταν η εύκολη λύση, να ισχυριστούμε δηλαδή ότι πρόκειται για έναν μανιακό, σχιζοφρενή και σε κατάσταση αμόκ φονιά. Αυτό που με φοβίζει είναι ότι το έκανε συνειδητά εδραζόμενος στα μισαλλόδοξα πιστεύω του - με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και όσοι διακηρύσσουν την τζιχάντ.

Και τώρα τι γίνεται με δαύτον; Η μέγιστη ποινή στη Νορβηγία είναι 21 χρόνια κάθειρξης (ή 30 χρόνια αν καταδικαστεί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας). Ήδη άρχισαν κουβέντες για επαναφορά της θανατικής ποινής. Αυτή θα είναι η απάντηση της δημοκρατικής δυτικής κοινωνίας σε έναν αντιφρονούντα; Οφθαλμός αντί οφθαλμού; Ελπίζω πως όχι. Αλλά και πάλι θα πει κανείς, 21 χρόνια κάθειρξης σε κάποιες από τις πιο πολυτελείς φυλακές της Ευρώπης, είναι δίκαια ποινή; Δικαιώνονται έτσι οι νεκροί που άφησε πίσω του;

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2011

Η επανάσταση της πλατείας



Εισαγωγικά

"Θα κατέβεις στο Λευκό Πύργο", με ρώτησε εκείνο το απόγευμα της 25ης Μαϊου ο αδερφός μου. "Όχι", του απάντησα ενστικτωδώς, "γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος αντίδρασης". Εκείνος με χλεύασε λέγοντας "κρίμα που δεν θα είσαι εκεί που αρχίζει να γράφεται ιστορία". Δεν είχε άδικο. Σήμερα, σχεδόν ένα μήνα μετά, το κίνημα των αγανακτισμένων μεγάλωσε, διογκώθηκε και (συνεχίζει να) είναι εκεί: καθημερινά, στις πλατείες του Συντάγματος, του Λευκού Πύργου, σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας.

Ο αρχικός μου σκεπτικισμός για τους αγανακτισμένους έχει περάσει προ πολλού. Έχει αντικατασταθεί από έναν συνειδητό ενθουσιασμό. Αφότου πήγα μια-δυο φορές στο Λευκό Πύργο, είδα το όμορφο σκηνικό που έχει στηθεί εκεί πέρα, άκουσα τον Μίκη στην Αριστοτέλους, παρακολούθησα από την τηλεόραση τις χιλιάδες κόσμου να συρρέουν στο Σύνταγμα και διάβασα διάφορες αντικρουόμενες απόψεις στο διαδίκτυο, νομίζω πως καιρός ήταν να γράψω κι εγώ κάτι γι' αυτά που ζούμε τελευταία.

Ζούμε ιστορικές στιγμές. Το καταλαβαίνουν και οι πιο αφελείς. (Ή μάλλον όχι. Είναι ορισμένοι -κυρίως νέοι- που αμέριμνοι ακόμα απολαμβάνουν τον καφέ τους, ενώ πιο δίπλα γίνονται διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, συζητήσεις, προβολές ντοκιμαντέρ. Δεν πειράζει. Αυτούς δεν θα τους λυπηθώ, όταν έρθει η ώρα και τους κοπεί το χαρτζιλίκι από τους γονείς. Ας πρόσεχαν!)

Είναι διάχυτο το αίσθημα ότι κάτι θα συμβεί. Δεν ξέρεις τι ακριβώς και πότε. Μα κάτι θα συμβεί, ένα απρόβλεπτο γεγονός. Είναι τέτοια η συσσωρευμένη αγανάκτηση και οργή του πλήθους, που κάπου θα οδηγήσει. Οι πολιτικοί (θα) κάνουν ό,τι μπορούν για να διασωθούν. Ακόμα και κυβέρνηση εθνικής ενότητας συζήτησαν! Λες και ο κόσμος αυτό ζητάει, για να φύγει από τις πλατείες. Τελικά, η ολίγιστη κυβέρνηση ανασχηματίστηκε -λέγε με, άλλαξ' ο Μανωλιός- και πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από τους βουλευτές της. Ουάου, εκπληκτικές εξελίξεις, αλλά δεν φαίνεται να ιδρώνει το αυτί του λαού.

Υποστηρίζουν διάφοροι πως δεν συμμετέχουν στις συγκεντρώσεις επειδή δεν προτείνονται συγκεκριμένες λύσεις. Τους απαντώ πως δεν είναι υποχρέωση των αγανακτισμένων να βρουν τη λύση του προβλήματος. Όλοι όσοι κατεβαίνουν στις πλατείες έχουν καταρχήν στο νου το τρίπτυχο: να φύγει η κυβέρνηση, να φύγει το μνημόνιο, να φύγει το ΔΝΤ. Το τι θα γίνει μετά είναι άλλο ζήτημα. Αλήθεια, όταν εξεγείρονταν οι φοιτητές στη Νομική και στο Πολυτεχνείο το 1973, πρότειναν κάποια λύση; Αυτό που ζητούσαν ήταν "ψωμί, παιδεία, ελευθερία" ή, με απλά λόγια, να φύγει η χούντα. Το τι θα γινόταν μετά δεν τους ενδιέφερε, διότι δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν χειρότερο από αυτό που ζούσαν! Τελικά, αυτοί έζησαν καλά κι εμείς χειρότερα (δες στην παρακάτω παράγραφο). Έτσι και τώρα, αποκλείεται να υπάρχει πιο κάτω. Ο κόσμος έχει φτάσει στο αμήν με τους κλέφτες πολιτικούς, τις δοσίλογες κυβερνήσεις και τους ρουφιάνους δημοσιογράφους. Έφτασε κοτζάμ Μίκης να λέει ότι σήμερα νιώθει λίγο χειρότερα απ' ό,τι στη χούντα!

Το τέλος της μεταπολίτευσης
Ισχυρίζονται ορισμένοι πως ζούμε το τέλος της μεταπολίτευσης. Η αλήθεια είναι ότι στις πλατείες συμβαίνει κάτι το πολύ μεγαλύτερο. Οι μούντζες στη Βουλή δεν απευθύνονται στο κτίριο και σε ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει. Έχουν σαφή κατεύθυνση και αποδέκτες τους ανεπαρκέστατους πολιτικούς, οι οποίοι καταδυναστεύουν τη χώρα από το '74 και μετά. Είναι αυτή η "καταραμένη" γενιά του Πολυτεχνείου που νομίζει ότι ακόμα τους χρωστάει ο λαός, επειδή (έτυχε και) βρέθηκαν στα ντουζένια τους να επαναστατούν ενάντια στο τότε καθεστώς. Μα όλοι οι νοήμονες άνθρωποι αυτό έκαναν. Και εμείς το ίδιο θα κάναμε αν ζούσαμε τότε. Σημασία έχει τι έκαναν μετά το Πολυτεχνείο. Άλλοι έγιναν βουλευτές, άλλοι συνδικαλιστές, κάποιοι υπουργοί, οι περισσότεροι βολεύτηκαν στο δημόσιο, πλούτισαν στις πλάτες του ελληνικού λαού.

Τώρα, τους κακοφαίνεται που ο κόσμος ξύπνησε και δεν μασάει πια από τις φανφάρες τους. Όπως είπε πολύ σωστά ένας δημοσιογράφος πρωινής εκπομπής εκείνη την Τετάρτη (ημέρα των μεγαλύτερων παλινωδιών της σύγχρονης πολιτικής ζωής), το σύστημα της μεταπολίτευσης δεν θα καταρρεύσει έτσι απλά, αλλά θα καταρρεύσει με κρότο: με όσο κόπο το οικοδόμησαν οι υπηρέτες του τις τελευταίες δεκαετίες, με άλλο τόσο πάταγο θα διαλυθεί συθέμελα. Η "δημοκρατία" τους πλέον ακουμπά σε πλέξιγκλας φράχτες -που χρησιμοποιήθηκαν στη Γένοβα το 2001- και στηρίζεται στα στήθη των αστυνομικών οργάνων που σχηματίζουν ανθρώπινες αλυσίδες για να προσεγγίσει ο Πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας το Προεδρικό Μέγαρο! Είναι προφανές ότι έχουν χάσει κάθε ίχνος λαϊκής νομιμοποίησης.

Το τέλος του εμφυλίου πολέμου
Ό,τι εκτυλίσσεται στις πλατείες (θα συμφωνήσω με τον pitsiriko) πως είναι το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Εκεί συγκεντρώνεται για να διαδηλώσει κάθε καρυδιάς καρύδι: νέοι και γέροι, άνεργοι και εργαζόμενοι, μαμάδες με παιδιά, φρικιά και κιριλέδες, ακροδεξιοί και κομμούνια, παπάδες και άθεοι, και η λίστα τελειωμό δεν έχει. Μοιράζονται όλοι την ίδια αγωνία, την αγωνία του αύριο. Δεν απαιτεί κανείς όλοι αυτοί να γίνουν φίλοι, να κάνουν παρέα ή έστω και να μιλήσουν όμορφα μεταξύ τους. Το θαύμα από μόνο του συνίσταται στην παρουσία όλων στο ίδιο μέρος, ο καθένας από τη δική του οπτική. Αυτές τις ώρες το ζήτημα είναι να βρούμε όσα στοιχεία μάς ενώνουν, όχι αυτά που μας χωρίζουν.

Εμφατική επιτυχία του κινήματος των αγανακτισμένων ήταν η απομόνωση και εκπαραθύρωση των κουκουλοφόρων από τη συγκέντρωση της πλατείας Συντάγματος την 15η Ιουνίου. Μέχρι και φάπες έπεσαν, προκειμένου να απομακρυνθούν οι μπαχαλάκηδες που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πρωταγωνιστήσουν, αλλά το πλήθος τούς απέδωσε το ρόλο κομπάρσου που τους αρμόζει.

Συμπερασματικά
Η εκτέλεση των έξι στο Γουδί μετά τη δίκη τους το 1922, όσο άδικη κι αν ήταν, σήμανε τον επίλογο του εθνικού διχασμού και της μικρασιατικής καταστροφής. Υπήρξε η αρχή μιας νέας εποχής για την Ελλάδα. Κάτι τέτοιο φοβάμαι -μα και ελπίζω ταυτόχρονα- πως θα γίνει και τώρα. Δεν μιλώ κυριολεκτικά, διότι δεν νοούνται στην εποχή μας παρόμοιες πρακτικές. Όμως, ο πολιτικός επικήδειος της πλειοψηφίας των παρόντων πολιτικών έχει ήδη γραφεί από το λαό. Και δεν ξέρω πόσους θα χωρέσει τελικά το σινούκ, εκείνη τη "νύχτα τη μαγική"...

Αντί επιλόγου ένα δίλημμα
Η ιστορία μας φύλαξε μια θέση. Διάλεξε να ασχοληθεί μαζί μας, όπως συμβαίνει μια φορά κάθε τριάντα χρόνια περίπου στην Ελλάδα. Θα μας γράψει όλους είναι πλέον βέβαιο, από εμάς τους πολίτες έως τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι απλοί άνθρωποι είναι έτοιμοι να κοιτάξουν την ιστορική αλήθεια κατάματα. Δεν έχουν πρόβλημα να ζήσουν φτωχοί -άλλωστε, το έχουν ξανακάνει πολλάκις στο παρελθόν-, αλλά δεν δέχονται να αμφισβητείται η εντιμότητά τους. Ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουν οι ραγιάδες από τους Έλληνες και να αποφασίσουμε πώς θα μας καταγράψει η ιστορία: αξιοπρεπείς ή προσκυνημένους;

ΥΓ: Και ένα τσιτάτο του Ντίνου Χριστιανόπουλου για το τέλος που στριφογυρίζει συνέχεια στο μυαλό μου εσχάτως. "Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος"

Δευτέρα, Ιουνίου 06, 2011

Για σένα Τζακ!


Πέμπτη βράδυ. Αποφασίζω να μη βγω, για να δω επιτέλους μια ταινία που με... περίμενε εδώ και κάμποσο καιρό. Είχα προτιμήσει να δω πριν από αυτήν κάποιες άλλες εξίσου καλές ταινίες, όπως αποδείχτηκε. Το Shutter Island του Σκορσέζε και το Hereafter του Ίστγουντ. Είχε έρθει η ώρα όμως για να δω την ιστορία της ζωής ενός γιατρού, ο οποίος βοηθούσε αρρώστους στις ΗΠΑ να κάνουν ευθανασία - για την ακρίβεια να αυτοκτονήσουν. You don't know Jack, ο τίτλος της, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Αλ Πατσίνο.

Πραγματικά, το έργο ήταν πολύ ωραίο, καθώς σκιαγραφούσε την πολυτάραχη ζωή του Τζακ Κεβορκιάν, του αρμένικης καταγωγής γιατρού που είχε βάλει σαν σκοπό της επιστημονικής καριέρας του να απαλύνει (οριστικά) τον πόνο των ανθρώπων, οι οποίοι τον επισκέπτονταν. Όπως ήταν αναμενόμενο στην άκρως πουριτανική κοινωνία του Ντιτρόιτ, τέτοιες προχωρημένες σκέψεις περί ευθανασίας βρήκαν αντίλογο τόσο από πλευράς κατοίκων όσο και από πλευράς πολιτείας. Συλλαλητήρια, πλακάτ τύπου "kill me Jack", talk show, δικαστήρια, ήταν η καθημερινότητα του "Dr. Death", όπως τον αποκάλεσαν. Τα υπόλοιπα επί της οθόνης...

Παρασκευή απόγευμα. Είμαι στο αυτοκίνητο μαζί με έναν πολύ καλό φίλο. Του λέω ότι είδα μια πολύ ωραία ταινία την προηγούμενη μέρα και αρχίζω και του εξηγώ για τον ιδιόρρυθμο Τζακ, ο οποίος ήταν(;) εν ζωή. Ή έτσι τουλάχιστον πίστευα, καθώς το είχα διακριβώσει μπαίνοντας στο Internet και αναζητώντας στοιχεία γι' αυτόν μετά το τέλος της ταινίας. Η μοίρα όμως τα έφερε έτσι και ο Κεβορκιάν πέθανε εκείνη την Παρασκευή! Το πληροφορήθηκα με μήνυμα που μου έστειλε φίλη, στην οποία είχα μιλήσει για την ταινία το ίδιο πρωί. Απίστευτη σύμπτωση!

Λένε ότι ο νεκρός δικαιώνεται. Δεν ξέρω αν ισχύει το ίδιο και στην περίπτωση του ασπρομάλλη γιατρού. Το σίγουρο είναι ότι δικαιώθηκαν με το θάνατό τους οι 130 ασθενείς, τους οποίους βοήθησε ο Τζακ να λυτρωθούν από τους πόνους και τις περιπέτειές τους. Για εκείνους ήταν ο... καλός Θεός που ήρθε και τους πήρε. Για τους υπόλοιπους συντοπίτες του ήταν ο "Dr. Death". Ο χρόνος θα δείξει!

Δευτέρα, Μαΐου 09, 2011

Αθάνατοι Έλληνες!

Κυριακή πρωί. Τι πρωί δηλαδή, μεσημέρι. Ξυπνάω, βάζω μια φούτερ και παπούτσια. Κατεβαίνω στο περίπτερο της γειτονιάς μου για να πάρω μια εφημερίδα. Οι κυριακάτικες αραδιασμένες έξω από το περίπτερο. Τις ρίχνω όλες μια ματιά. Έχω μπερδευτεί από τις τόσες προσφορές, τα αποκλειστικά θέματα και τις συνεντεύξεις.

Βλέπω τον περιπτερά -ένα άτομο στην ηλικία μου- να βρίσκεται έξω από το χώρο του και νάναι ανάστατος. Κάτι σιγοψελλίζει, βρίζει για την ακρίβεια κάποιον. "Α, ρε μαλάκα Νίκο, πού είσαι ρε γαμώτο" και κάτι τέτοια. Καταλαβαίνω ότι κάτι του συμβαίνει, ενώ συνεχίζω απτόητος να διαβάζω λαθραία τα πρωτοσέλιδα. Μετά από λίγο και αφού ακολούθησαν κάποια μπινελίκια προς το φίλο του, ο περιπτεράς γυρνάει και μου λέει: "Φίλε, θα προσέχεις λίγο το περίπτερο; Πρέπει να κατουρήσω επειγόντως, γιατί αλλιώς θα σκάσω!". Φυσικά το δέχτηκα και είπα σε ένα-δυο πελάτες που ήρθαν εντωμεταξύ, να περιμένουν ένα λεπτό. Παράλληλα, ήρθε και ο Νίκος. Του λέω "πήγε για κατούρημα ο δικός σου".

Μετά από λίγο εμφανίστηκε ο περιπτεράς από το απέναντι μαγαζί όπου είχε πάει προς ανάγκη του (έτσι μου λύθηκε και η απορία "πού κατουράνε οι περιπτεράδες"!). Πήρα την εφημερίδα μου και εκείνος αφού με ευχαρίστησε με κέρασε μια μπύρα! Του λέω "αν αρχίσω από τώρα τις μπύρες θα πάω κι εγώ για κατούρημα". Γελάσαμε, εκείνος επέμεινε, μου έδωσε μια πράσινη. Κάπως έτσι μου έφτιαξε τη διάθεση! Αθάνατοι Έλληνες... σκέφτηκα.

Τρίτη, Μαΐου 03, 2011

Πού 'σαι Θανάση...

Δεν ήθελα ν' ακούσω αυτή την είδηση. Αν και ήταν αναπόφευκτο. Ο Θανάσης δεν είναι πια μαζί μας. Ο άνθρωπος που μεγάλωσε γενιές και γενιές -και θα συνεχίσει να το κάνει- με τις ταινίες του, διαμόρφωσε το ελληνικό χιούμορ και (μας) διέπλασε ωραίους (ως) χαρακτήρες. Σίγουρα τίτλοι του τύπου "ο μεγαλύτερος Έλληνας κωμικός" δεν θα του άρεσαν. Το θέμα είναι ότι θα μείνει εις τον αιώνα τον άπαντα χαραγμένος στη συνείδησή μας. Είναι (και δεν λέω ήταν) ο άνθρωπός μας, εκείνος που αποτύπωσε όσο κανείς άλλος ηθοποιός τον Έλληνα με όλα του τα προτερήματα αλλά και τα μειονεκτήματά του. Χάριζε απλόχερα το γέλιο με μια ατάκα του, έναν μορφασμο, μια κίνησή του.

Αναπάντητη θα μείνει η απορία μου, τι θα γινόταν αν ο Θ.Β. έφευγε για να κάνει καριέρα στο εξωτερικό. Θα μπορούσε να εξελιχθεί όπως εξελίχθηκε; Θα αντιλαμβάνονταν οι ξένοι, π.χ. Αμερικανοί, το χιούμορ του, την τρέλα του; Δεν θα μου βγάλει κανείς από το μυαλό πως ο Θανάσης -είτε ως Παπατρέχας, είτε ως Θρασύβουλας, είτε ως Αθανάσιος Βόμπας- δεν έχει τίποτα να φοβηθεί σε οποιαδήποτε σύγκριση με τον Τσάρλι Τσάπλιν ή τον Πίτερ Σέλερς. Είναι του επιπέδου τους, αν όχι καλύτερός τους.

Το σίγουρο είναι ότι ο Βέγγος με το έργο του έχει κερδίσει την αθανασία, όπως δηλώνει και το όνομά του. Στιγμές από τις ταινίες του θα είναι πάντα διαθέσιμες (πλέον με το διαδίκτυο ανά πάσα στιγμή) να μας κάνουν να γελάσουμε, να ξεχάσουμε τον πόνο μας μονομιάς, να ξεφύγουμε από το άγχος της καθημερινότητας και να συνεχίσουμε... Αν αληθεύει ότι το γέλιο δίνει ζωή, τότε όλοι εμείς θα ζήσουμε αρκετά χρόνια χάρη στον Θανάση. Αλλά και όταν πάμε στον "άλλο κόσμο", πολλοί από εμάς θα του φωνάξουμε:
Πού 'σαι Θανάση; Ήθελα να σ' αντάμωνα, η γρουσουζιά να σπάσει.

Τρίτη, Απριλίου 05, 2011

Μια βδομάδα στο Λονδίνο

Μετά από 9 μήνες στρατιωτικής οκνηρίας είχα την τύχη να βρεθώ για μια βδομάδα στο Λονδίνο. Στα φοιτητικά μου χρόνια πάντα υπήρχαν φίλοι στο "νησί" πρόθυμοι για να με φιλοξενήσουν, αλλά δεν έκατσε ποτέ η φάση. Τώρα, μετά το πέρας του φανταρικού αποδείχτηκε χρυσή ευκαιρία. Καλοί φίλοι σπουδάζουν εκεί και πέρασα μαζί τους ένα υπέροχο 6ήμερο.

Ήμουν δώδεκα χρονών όταν είχα επισκεφτεί τον φοιτητή τότε αδερφό μου στο Έσσεξ. Θυμάμαι όμως πολύ καλά τις εντυπώσεις μου από την αυθημερόν επίσκεψη στο Λονδίνο. Είχαμε πάει σε τουριστικά μέρη -must, σύμφωνα με τους οδηγούς- όπως το Μουσείο της Madame Tussaud's, το Βρετανικό Μουσείο, το Πλανητάριο, είχαμε κάνει και βόλτα με το καραβάκι στον Τάμεση, ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, Αβαείο του Γουεστμίνστερ, Big Ben. Οπότε στην επιστροφή μου μετά από τόσα χρόνια στην αγγλική πρωτεύουσα, αποφορτισμένος από το άγχος να δω κάποια στάνταρ μέρη, είχα την ευκαιρία να σεργιανίσω στους δρόμους (πολύ περπάτημα) και να κατανοήσω, στα πλαίσια του εφικτού, τον τρόπο ζωής των Λονδρέζων.

Μεταφορές

Το μετρό του Λονδίνου -αν και το πιο παλιό στον κόσμο- είναι από τα τελειότερα μέσα μεταφοράς που έχω συναντήσει. 13 γραμμές συνδέουν όλη την πόλη και μπορείς σε σύντομο χρονικό διάστημα να βρίσκεσαι εκεί που θέλεις. Άλλωστε για τον τουρίστα, το κάθε αξιοθέατο είναι ζήτημα να απέχει 3 λεπτά από κάποια στάση του μετρό. Η μεγαλύτερη καθυστέρηση για τον επόμενο συρμό ήταν 2 λεπτά σε ώρες αιχμής. Γι' αυτό εκατομμύρια κόσμου το χρησιμοποιούν καθημερινά (είναι αστείο να λέμε ότι έχει κόσμο και το μετρό της Αθήνας!).

Το καλύτερο; Ο τρόπος ελέγχου των εισιτηρίων. Φυσικά, υπάρχουν μπάρες για να κατέβεις σε κάθε υπόγειο σταθμό. Επομένως, αν δεν έχεις πληρωμένο εισιτήριο, πολύ απλά δεν μπαίνεις. Το ίδιο και για να βγεις από κάποιον σταθμό πρέπει να ακυρώσεις το εισιτήριό σου για ν' ανοίξουν οι μπάρες. Ούτε εισπράκτορες, ούτε τίποτε.

Για τα περίφημα κόκκινα λεωφορεία δεν έχω κάτι να αναφέρω. Το μόνο που έμαθα από τους φίλους μου που τα χρησιμοποιούν είναι ότι λειτουργούν όλο το 24ωρο -σε αντίθεση με το μετρό- και κατά συνέπεια είναι χρήσιμα για τις βραδινές εξόδους.

Φαγητό

"Σε τι δεν είναι καλοί οι Άγγλοι; Στο φαγητό. Ε, λοιπόν, έφεραν τους ξένους να τους μαγειρεύουν!", σχολίαζε ο φίλος μου ο Π. και έχει απόλυτο δίκιο. Ιταλικά, μεξικάνικα, ινδικά, κινέζικα, τούρκικα, ελληνικά εστιατόρια βρίσκονται σε κάθε γωνιά του Λονδίνου για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις των ντόπιων, αλλά κυρίως των τουριστών και δη των καλοφαγάδων.

Τις καλύτερες εντυπώσεις μού άφησαν τα πορτογαλικά κοτόπουλα των Nando's που φάγαμε στο Notting Hill, οι απίστευτες μακαρονάδες στο ιταλικό Vapiano κοντά στην Oxford Street και τα "βρώμικα" μα τόσο καθαρά κεμπάπ στο τουρκικό Opuz του Soho. Σε κανένα από αυτά δεν πλήρωνες πάνω από 12 λίρες το άτομο. Νορμάλ τιμές δηλαδή αν συγκρίνει κανείς με τα ελληνικά δεδομένα, όπου η ταρίφα έχει πάει στο 20ευρο.

Αξιοπερίεργη είναι και η συνήθεια των Άγγλων σε σχέση με το αλατοπίπερο. Παντού, έχουν το αλάτι με μία τρυπούλα και το πιπέρι με τις πολλές! Μάλλον θα έχουν συνυπολογίσει το πόσο βλαβερό είναι το αλάτι. Δεν βρίσκω άλλη εξήγηση. Συν το ότι λατρεύουν τα καρυκεύματα. Πλάκα έχει.

Αξιοθέατα

Από τα μουσεία που πήγα με τη φίλη μου την Ι., τις καλύτερες των εντυπώσεων μου άφησε τόσο το Tate Modern όσο και το Victoria & Albert Museum. Για το πρώτο που βρίσκεται στις όχθες του Τάμεση είχα ακούσει τα καλύτερα λόγια. Εξωτερικά, ένα ογκώδες και επιβλητικό κτίριο. Εσωτερικά, άπειρα εκθέματα κατανεμημένα σε πολλούς ορόφους. Κάποια ήταν ξεχωριστά, άλλα ήταν απλά "προχώ". Νταλί, Μιρό, Πικάσο οι γνωστοί, δεκάδες οι άγνωστοι καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους και ένας Έλληνας: ο Γιάννης Κουνέλης. Σ' έναν όροφο είχε αφιέρωμα στον Ορόθκο, όπου πλήρωνες εισιτήριο. Δεν του κάναμε την τιμή. Όχι γιατί ήταν πολλά τα χρήματα, αλλά είχαμε δει τόσα έργα και διαβάσει τόσες ιστορίες πίσω από τα έργα για να καταλάβουμε "τι εννοεί ο ποιητής", που ζαλιστήκαμε στην κυριολεξία.

Στο δεύτερο μουσείο -αυτό της Βικτωρίας και του Αλβέρτου- τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Κλασικό μεσαιωνικού τύπου κτίριο, στο οποίο εκτίθενται έργα από το 1500 και ύστερα. Η εποχή της τεράστιας ακμής της Αγγλίας. Από τις κρεβατοκάμαρες των βασιλιάδων και των ιπποτών μέχρι χάρτες της εποχής και οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς. Υπήρχαν διακριτά τμήματα στο μουσείο που αφορούσαν την ιαπωνική αυτοκρατορία. Εκεί, τα σπαθιά ήταν σε πρώτη μοίρα, όπως και οι πανοπλίες των αυτοκρατόρων. Ενώ αλλού υπήρχαν αναγεννησιακοί πίνακες κυρίως από την Ιταλία.

Εκεί που έπαθα το σοκ, όμως, ήταν κατά την επίσκεψη στο γήπεδο της Άρσεναλ. Το επιβλητικότατο Emirates απέχει μόλις τρεις στάσεις από τη Russell Square (πολύ κεντρικό σημείο του Λονδίνου), όπου συνάντησα τον Π. για να πάμε παρέα. Μόλις βγαίνεις από το μετρό, δεν είναι δύσκολο να το βρεις. Το αντικρίζεις μονομιάς. Ανάμεσα στα κλασικά διώροφα σπίτια ένα τεράστιο γήπεδο, που σε κάνει να αναρωτιέσαι "πού βρήκαν τόσο χώρο για να το χτίσουν". Πλησιάζοντας πετυχαίνουμε μια μπουτίκ, μα δεν μπαίνουμε. Πιο πέρα υπάρχει μια μεγαλύτερη! Εκεί βρίσκεις ό,τι χωράει ο νους σου σε σχέση με την Άρσεναλ. Αρπάζω την ευκαιρία για να πάρω ως ενθύμια μια κούπα και ένα ωραιότατο t-shirt. Στο εσωτερικό του γηπέδου δεν μπήκαμε, αλλά είδαμε απ' έξω τις πολυτέλειές του: εστιατόρια, μπαρ, κυλιόμενες σκάλες, σε κάθε πλευρά του. Φεύγουμε μαγεμένοι.

Τέλος, δεν θα μπορούσα να μη σχολιάσω το μέρος αυτό που λέγεται Camden Town. Εκ πρώτης όψης, φτάνοντας εκεί, φαίνεται σαν μια ακόμη λονδρέζικη συνοικία, μόνο που έχει λίγα παραπάνω μαγαζάκια. Προχωρώντας όμως βλέπεις μια τεράστια υπαίθρια αγορά που όμοιά της σπάνια συναντάς. Σαν να βλέπεις 100 φορές το Μοναστηράκι! Ο καθένας πουλάει την πραμάτια του. Όλες οι φυλές του Ισραήλ είναι εδώ και όχι μόνο. Και οι πάνκηδες είναι εδώ. Εντύπωση μου προκαλεί ένα μεγάλο κατάστημα, όπου παίζει δυνατή μουσική, έχει χορεύτριες στην είσοδο, χαμηλό φωτισμό, black light και θυμίζει club. Έχει από ρούχα μέχρι sex toys. Το ίδιο μπάχαλο επικρατεί παντού. Ένας πωλητής μπορεί να έχει στο μαγαζί του από τασάκια μέχρι δερμάτινα. Και οι μυρωδιές από τα μαγειρεία σού σπάνε τη μύτη. Όποιος δεν έχει πάει Camden, δεν έχει πάει πουθενά!

Μπυραρίες-pubs

Στο πιο ωραίο μαγαζί έτυχε να πάω τη δεύτερη κιόλας μέρα του ταξιδιού. Για την ακρίβεια πέτυχε, καθώς η Ι. μου έλεγε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μη σ' αρέσει το 1001. Πήγαμε μόλις είχε βραδιάσει. Το μέρος ήταν πολύ χύμα: στο πρώτο stage όλοι άραζαν σε μαξιλάρες και σε παλιούς καναπέδες, άλλοι χρησιμοποιούσαν τα laptop τους. Πιο πέρα, μια βιβλιοθήκη που δημιουργήθηκε χάρη στα ξεχασμένα βιβλία του κόσμου! Ένας dj παίζει χαλαρές μουσικές. Τρώμε ένα burger (α ναι, έχει και φαγητό) και πίνουμε μια μπύρα. Και μια δεύτερη. Φεύγοντας περνάμε από το δεύτερο stage, όπου ένα συγκροτηματάκι σκάλιζε τις κιθάρες του. Άλλη φάση...

Πολύ όμορφα ήταν και στο Freud. Ένα ξακουστό μπαράκι σύμφωνα με τον Π. στο κέντρο του Λονδίνου. Φαινομενικά πρόκειται για ένα κατάστημα με γυαλικά, αλλά κατεβαίνοντας μια εξωτερική σκάλα οδηγείσαι στο υπόγειο μπαρ. Ήταν η ώρα που σχολούσε ο κόσμος, με αποτέλεσμα πολλοί κοστουμαρισμένοι τύποι να απολαμβάνουν τα mojito τους. Γενικά, οι περισσότεροι έπιναν κοκτέιλ, μια και στην Αγγλία είναι κοροϊδία το να παραγγείλεις ποτό. Το χρυσοπληρώνεις και σου βάζουν και το 1/3 απ' ό,τι στην Ελλάδα! Άρα χρειάζεσαι τριπλή δόση! Ο κόσμος πάει κι έρχεται. Το μέρος γεμίζει σχεδόν ασφυκτικά, αλλά δεν μας ενοχλεί κανείς. Αφήστε που μιλάμε ελεύθερα στη γλώσσα μας, χωρίς να έχουμε το άγχος μήπως μας καταλάβει κανένας.

Τη βραδιά που είχε άγωνα Τσάμπιονς Λιγκ (και τι αγώνα, Άρσεναλ-Μπαρτσελόνα 2-1) την περάσαμε μαζί με μαύρες μπύρες σε μια μεγάλη pub δίπλα στον Τάμεση και πολύ κοντά στο πανεπιστήμιο του Π. Το Walkabout -με πολλές τηλεοράσεις σε κάθε μεριά του, για να βλέπουν όλοι- ήταν κατάμεστο λόγω του ματς από Άγγλους και Ισπανούς. Και πολλές γυναίκες! Στην Αγγλία βλέπουν κι αυτές ποδόσφαιρο και μάλιστα παθιασμένα. Το ματς ήταν ανάλογο των προσδοκιών, με σασπένς και ανατροπή. Το ζήσαμε όπως το άξιζε. Στο τέλος πανηγυρίσαμε και φύγαμε γεμάτοι.

Συμπέρασμα

Η εβδομάδα που πέρασα στο Λονδίνο μ’ έκανε σίγουρα να μελαγχολήσω γυρνώντας στην Ελλάδα. Δεν τίθεται κανένα θέμα σύγκρισης με τη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα. Όπως και να το δει κανείς, οι Άγγλοι είναι μπροστά. Μας δείχνουν το δρόμο. Μου έχει μείνει η φράση που μου είπε ο Π. (και αυτός με τη σειρά του την άκουσε από ένα γνωστό του): «Είναι πούστηδες. Αλλά είναι οργανωμένοι πούστηδες!».

Το κράτος εκεί έχει απολύτως διακριτική παρουσία -αναφέρομαι και στην αστυνομία- και κάνει τα πάντα ώστε να βοηθήσει σε απλά καθημερινά πράγματα τους πολίτες. Αλλά και οι άνθρωποι μεταξύ τους, με όλες τις προστριβές που μπορεί να υπάρξουν σε μια κοινωνία 10 εκατομμυρίων, συνεννοούνται, συμμετέχουν, αδιαφορούν όταν πρέπει, σέβονται τον άλλον, ζουν. Αλήθεια, εκεί δεν βρίσκεται η ουσία του πολιτισμού; Στην ποιότητα της καθημερινότητάς μας;

ΥΓ1: Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω μια-δυο αγγλικές παραξενιές (ανάμεσα στις πολλές) που εντόπισα. Αρχικά, το θέμα με την ανυπαρξία(;) μείκτη στις βρύσες που να συνδυάζει κρύο και ζεστό νερό. Στο μπάνιο με δυσκόλεψε αφάνταστα να βρω την κατάλληλη θερμοκρασία. Προφανώς, θα έχουν τους λόγους τους που εξακολουθούν να διατηρούν αυτό το σύστημα. Υποθέτω για λόγους οικονομίας.

ΥΓ2: Επίσης, θα μου μείνει η αντίδραση του ξαφνιασμένου ταμία ή σερβιτόρου, όταν πήγαινα να τον διευκολύνω με τα ρέστα που όφειλε να μου δώσει. Ως κλασικός Έλληνας π.χ. όταν έπρεπε να πληρώσω το ποσό των 26,10 λιρών, έβγαλα 30 λίρες σε χαρτονομίσματα και του δίνω και άλλα 1,10 λίρες σε κέρματα, ώστε να μου δώσει ρέστα ένα 5λιρο. Έλα ντε, που αυτή τη διευκόλυνση δεν την καταλαβαίνουν! Διότι καταρχάς έχουν πάντα ρέστα και επίσης δεν νοείται περίπτωση να σου φάνε ούτε cent! Δεν το συζητάω ότι -στο προηγούμενο παράδειγμα- αν έδινα 100λιρο, δεν θα γκρίνιαζαν όπως στην Ελλαδάρα.

Τρίτη, Μαρτίου 15, 2011

Μετακόμιση νούμερο...

Έχω χάσει -κι εγώ ο ίδιος- τον αριθμό των μετακομίσεών μου. Πρώτα, από Βέροια στη Θεσσαλονίκη ως πρωτοετής φοιτητής, με συγκάτοικο τον αδερφό μου, σ' ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα προς στην Άνω Πόλη. Από εκεί κι έπειτα μόνος. Αρχικά, στο καταγώγι της Ευαγγελίστριας (ας είναι καλά το "Άσυλο", μια ταβέρνα όνομα και πράγμα!) και στη συνέχεια ξανά στα λημέρια της Άνω Πόλης, κοντά στο περίφημο "Ίγγλις" για όσους γνωρίζουν.

Αποφοίτηση και επιστροφή στα πάτρια εδάφη, ή αλλιώς μετακόμιση προς τα πίσω. Τώρα, μετά από ένα χρόνο στη Βέροια, ήρθε η ώρα της επιστροφής στη Θεσσαλονίκη. Αυτή τη φορά πιο κεντρικά. Αλλά η κούραση της μετακόμισης παραμένει η ίδια. Εγώ κι ο αδερφός στο κουβάλημα και η ηρωίδα μάνα μου στο καθάρισμα. Καναπές, κρεβάτι, γραφείο, συρταριέρα, φουρνάκι, μικροέπιπλα. Άντε να συναρμολογήσουμε και την καινούρια παπουτσοθήκη. Αμάν, είναι κι ο υπολογιστής με την οθόνη και τα καλώδιά του (επιμένω στο desktop, αρνούμενος τις ευκολίες των laptop και των Mac).

Το απόγευμα της ημέρας της μετακόμισης, μόνος πια και εξαντλημένος, διαπίστωσα πόσο δύσκολο μου είναι να ζήσω χωρίς Internet - η σύνδεση θα έρθει σε ένα μήνα περίπου. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα, αν συνυπολογίσει κανείς ότι δεν έχω ούτε τηλεόραση. Μόλις είχα καταλάβει πόσο χρήσιμο είναι το ραδιόφωνο στη ζωή μου, αλλά δυστυχώς το είχα ξεχάσει στη Βέροια! Και το δράμα μου ολοκληρώνεται με την ανυπαρξία ηχείων για τον υπολογιστή. Και ήταν ημέρα Κυριακή...

Αποτέλεσμα: η πιο βουβή μέρα μετακόμισης που είχα ποτέ.
ΥΓ: Πάλι καλά, υπάρχουν και τα βιβλία.